Η σεροτονίνη είναι μία από τις πιο γνωστές χημικές ουσίες του ανθρώπινου οργανισμού, κυρίως λόγω της σύνδεσής της με τη διάθεση και την ψυχική ευεξία.
Συχνά χαρακτηρίζεται ως «η ορμόνη της ευτυχίας». Ο χαρακτηρισμός αυτός όμως δεν αποδίδει πλήρως τον πολύπλοκο ρόλο της στον οργανισμό. Είναι γνωστή και ως 5-υδροξυτρυπταμίνη (5-HT) και πρόκειται για μια ουσία που παίζει σημαντικό ρόλο σε πολλές λειτουργίες του οργανισμού.
Συμβάλλει στην ρύθμιση της διάθεσης, του ύπνου, της όρεξης και του αισθήματος κορεσμού. Επίσης, έχει σημαντικό ρόλο και στη σωστή λειτουργία του πεπτικού συστήματος.
Παράλληλα, η σεροτονίνη συμμετέχει στην επικοινωνία μεταξύ του εντέρου και του εγκεφάλου, η οποία γίνεται μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου που συνδέει τη λειτουργία του γαστρεντερικού και του νευρικού συστήματος.
Τι είναι η σεροτονίνη
Η σεροτονίνη συντίθεται από την τρυπτοφάνη.
Πρόκειται για ένα απαραίτητο αμινοξύ το οποίο ο οργανισμός δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του. Επομένως, πρέπει να προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής.
Η τρυπτοφάνη μετατρέπεται αρχικά σε 5-υδροξυτρυπτοφάνη (5-HTP) και στη συνέχεια σε σεροτονίνη (5-HT), μέσω μιας σειράς ενζυμικών αντιδράσεων.
Η Σεροτονίνη παράγεται τόσο στον εγκέφαλο όσο και σε περιφερικούς ιστούς του οργανισμού. Περίπου το 95% της σεροτονίνης του οργανισμού βρίσκεται στην περιφέρεια. Το μεγαλύτερο μέρος μάλιστα παράγεται στο γαστρεντερικό σύστημα, κυρίως από τα εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του εντέρου.
Εκεί, η σεροτονίνη συμμετέχει σε σημαντικές λειτουργίες του πεπτικού συστήματος, όπως η ρύθμιση της κινητικότητας και των εκκρίσεων.
Στον εγκέφαλο, η σεροτονίνη παράγεται ξεχωριστά από εξειδικευμένους νευρώνες, κυρίως στους πυρήνες της ραφής, και λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής.
Η σεροτονίνη που παράγεται στο γαστρεντερικό σύστημα και η σεροτονίνη που παράγεται στον εγκέφαλο δεν αποτελούν ένα ενιαίο «απόθεμα». Η περιφερική σεροτονίνη δεν διαπερνά φυσιολογικά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Επομένως, αυτή που δρα στον εγκέφαλο παράγεται τοπικά και δεν προέρχεται από τη σεροτονίνη που παράγεται στο έντερο.
Σεροτονίνη, όρεξη και κορεσμός
Το σεροτονινεργικό σύστημα συμμετέχει στην ρύθμιση της πρόσληψης τροφής, της όρεξης και του κορεσμού.
Η δράση αυτή πραγματοποιείται μέσα από ένα πολύπλοκο δίκτυο νευρώνων και υποδοχέων στον εγκέφαλο, αλλά και μέσω σημάτων που προέρχονται από την περιφέρεια και το γαστρεντερικό σύστημα.
Για τον λόγο αυτό, η Σεροτονίνη έχει μελετηθεί εκτενώς σε σχέση με τη διατροφική συμπεριφορά, την υπερφαγία και τις Διατροφικές Διαταραχές.
Ωστόσο, δεν είναι επιστημονικά ακριβές να μετατρέπουμε αυτή τη σχέση σε έναν απλό κανόνα, όπως ότι η «χαμηλή σεροτονίνη προκαλεί υπερφαγία» ή ότι η «περισσότερη σεροτονίνη οδηγεί σε απώλεια βάρους».
Η πρόσληψη τροφής επηρεάζεται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων όπως:
- η λειτουργία του εγκεφάλου και του γαστρεντερικού συστήματος
- οι ορμόνες
- το ενεργειακό ισοζύγιο
- ο ύπνος
- η διατροφική συμπεριφορά και το περιβάλλον
Σεροτονίνη και διατροφικές διαταραχές
Η Σεροτονίνη έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας και σε σχέση με τις Διατροφικές Διαταραχές, όπως η Νευρική Ανορεξία, η Νευρική Βουλιμία και η Αδηφαγική Διαταραχή.
Το σεροτονινεργικό σύστημα συμμετέχει στη ρύθμιση της όρεξης, του κορεσμού, της διάθεσης και της παρορμητικότητας. Επίσης, έχει συσχετιστεί και με τους μηχανισμούς ανταμοιβής που σχετίζονται με την πρόσληψη τροφής.
Ιδιαίτερα στην Νευρική Ανορεξία και την Νευρική Βουλιμία, έχουν παρατηρηθεί μεταβολές σε δείκτες της σεροτονινεργικής λειτουργίας. Ωστόσο, δεν είναι πάντοτε σαφές αν οι μεταβολές αυτές αποτελούν προδιαθεσικούς παράγοντες ή αν σχετίζονται με τον υποσιτισμό, τους διατροφικούς περιορισμούς και τις μεταβολικές αλλαγές που συνοδεύουν τις Διατροφικές Διαταραχές.
Στην Νευρική Ανορεξία, για παράδειγμα, η περιορισμένη πρόσληψη τροφής μπορεί να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα της τρυπτοφάνης και άλλων αμινοξέων που συμμετέχουν στη σύνθεση της Σεροτονίνης.
Παράλληλα, στην Νευρική Βουλιμία και την Αδηφαγική Διαταραχή έχουν μελετηθεί οι πιθανές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της Σεροτονίνης, των συστημάτων ανταμοιβής και των μηχανισμών που ρυθμίζουν την όρεξη.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να μην αντιμετωπίζουμε τις Διατροφικές Διαταραχές ως αποτέλεσμα μιας απλής «έλλειψης σεροτονίνης».
Πρόκειται για σύνθετες και πολυπαραγοντικές καταστάσεις, στις οποίες αλληλεπιδρούν βιολογικοί, ψυχολογικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπισή τους απαιτεί εξατομικευμένη και διεπιστημονική προσέγγιση.
Τρυπτοφάνη: ο σύνδεσμος μεταξύ διατροφής και σεροτονίνης
Η τρυπτοφάνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ και αποτελεί την πρόδρομη ουσία της σεροτονίνης.
Προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής και βρίσκεται σε τρόφιμα όπως τα αυγά, τα γαλακτοκομικά, τα ψάρια, το κρέας, τα όσπρια, η σόγια, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και ορισμένα δημητριακά, όπως η βρώμη.
Παράλληλα, άλλα θρεπτικά συστατικά, όπως η βιταμίνη Β6, συμμετέχουν σε επιμέρους στάδια της σύνθεσης της σεροτονίνης.
Ωστόσο, η ποσότητα τρυπτοφάνης που προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής δεν καθορίζει από μόνη της τη σύνθεση σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η τρυπτοφάνη ανταγωνίζεται άλλα αμινοξέα για την μεταφορά της στον εγκέφαλο, επομένως σημαντικό ρόλο παίζει και η αναλογία της προς τα υπόλοιπα αμινοξέα που κυκλοφορούν στο αίμα.
Μύθος ή πραγματικότητα;
«Αν φάω ένα τρόφιμο πλούσιο σε τρυπτοφάνη, θα αυξηθεί αμέσως η σεροτονίνη και θα βελτιωθεί η διάθεσή μου.»
Όχι απαραίτητα.
Η τρυπτοφάνη είναι απαραίτητη για τη σύνθεση της σεροτονίνης. Όμως, η ποσότητα που περιέχεται σε ένα τρόφιμο δεν καθορίζει από μόνη της πόση σεροτονίνη θα παραχθεί στον εγκέφαλο.
Η μεταφορά της τρυπτοφάνης στον εγκέφαλο, ο συνολικός μεταβολισμός της και πολλοί ακόμη βιολογικοί παράγοντες επηρεάζουν αυτή τη διαδικασία.
Σεροτονίνη και μικροβίωμα του εντέρου
Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο άξονας εντέρου – εγκεφάλου. Δηλαδή, η αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ του γαστρεντερικού και του νευρικού συστήματος.
Στην επικοινωνία αυτή συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, το ενδοκρινικό και το ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς και το μικροβίωμα του εντέρου.
Το μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό της τρυπτοφάνης στον οργανισμό. Παράλληλα, ουσίες που παράγονται από τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να επηρεάσουν την λειτουργία του εντέρου και μηχανισμούς που συμμετέχουν στην επικοινωνία του με τον εγκέφαλο.
Έτσι, η σχέση μεταξύ διατροφής, μικροβιώματος, τρυπτοφάνης και σεροτονίνης είναι πολύπλοκη. Δεν περιορίζεται δηλαδή στην απλή πρόσληψη τρυπτοφάνης μέσω της διατροφής.
Παρότι η έρευνα εξελίσσεται, δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως όλοι οι μηχανισμοί που συνδέουν το μικροβίωμα με τη σεροτονινεργική λειτουργία. Για τον λόγο αυτό, δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένες διατροφικές οδηγίες που να επιτρέπουν την άμεση ή ακριβή ρύθμιση της σεροτονίνης μέσω της διατροφής.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Η διατροφή δεν χρειάζεται να βασίζεται στην αναζήτηση «τροφών που αυξάνουν τη σεροτονίνη». Μια ποικίλη και ισορροπημένη διατροφή παρέχει την τρυπτοφάνη και τα υπόλοιπα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται ο οργανισμός.
Παράλληλα, οι πολύ αυστηροί ή παρατεταμένοι διατροφικοί περιορισμοί μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική επάρκεια και τη φυσιολογική λειτουργία πολλών συστημάτων του οργανισμού, αλλά και τη σχέση του ατόμου με την πείνα, τον κορεσμό και το φαγητό.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι ένα συγκεκριμένο «σεροτονινεργικό» τρόφιμο. Είναι ένα διατροφικό πρότυπο με ποικιλία, επάρκεια και σταθερότητα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου.
Όταν υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες με τον κορεσμό, γαστρεντερικά συμπτώματα, έντονος διατροφικός περιορισμός ή συμπτώματα διατροφικής διαταραχής, η διατροφική προσέγγιση χρειάζεται να εξατομικεύεται.
Όπου χρειάζεται, να γίνεται σε συνεργασία με τους κατάλληλους επαγγελματίες υγείας.
Συμπέρασμα
Η σεροτονίνη είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ουσία που συνδέεται με τη διάθεση.
Συμμετέχει σε ένα ευρύ δίκτυο λειτουργιών που αφορούν τον εγκέφαλο, το έντερο, την όρεξη, τον ύπνο και πολλές ακόμη διαδικασίες του οργανισμού.
Η διατροφή αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν αυτό το σύστημα, κυρίως μέσω της διαθεσιμότητας της τρυπτοφάνης, της συνολικής διατροφικής επάρκειας και της αλληλεπίδρασης με το μικροβίωμα του εντέρου.
Ωστόσο, η σχέση διατροφής και σεροτονίνης είναι πολύ πιο σύνθετη από την ιδέα ότι ένα συγκεκριμένο τρόφιμο μπορεί να «ανεβάσει» τη σεροτονίνη και να προκαλέσει ευτυχία.
Για τον λόγο αυτό, η πιο ουσιαστική διατροφική προσέγγιση είναι να δίνουμε έμφαση σε μια διατροφή με ποικιλία και επάρκεια, στο πλαίσιο ενός συνολικά υγιεινού τρόπου ζωής.





